Γιατί, ἐνῶ ἐξομολογοῦμαι καὶ κοινωνῶ συχνά, νιώθω κάποτε τὸν Θεὸ «μακριά»;
Δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς ἔφυγε
Ὁ Θεὸς δὲν ἀπομακρύνεται· «ἐγγὺς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν» (Ψαλμ. 144,18). Ἀλλάζει μόνο αὐτὸ ποὺ αἰσθανόμαστε ἐμεῖς. Οἱ Πατέρες τὸ λένε «παραχώρηση» ἢ «ἀπόσυρση τῆς αἰσθητῆς χάριτος»: ὁ Θεὸς κρύβει γιὰ λίγο τὴ γλυκύτητα, ὄχι τὸν Ἑαυτό Του.
Γιατί τὸ ἐπιτρέπει
Ὅπως ἡ μητέρα ποὺ ἀφήνει τὸ χέρι τοῦ παιδιοῦ γιὰ νὰ μάθει νὰ περπατᾶ, ἔτσι κι ὁ Θεός. Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ἔλεγε ὅτι ἡ ψυχὴ χάνει τὴ χάρη γιὰ νὰ μάθει τὴν ταπείνωση καὶ νὰ τὴ ζητᾶ μὲ περισσότερη λαχτάρα. Ἡ πίστη ὡριμάζει ὅταν ἀγαπᾶμε τὸν Θεὸ καὶ χωρὶς νὰ Τὸν «νιώθουμε».
Τί κάνουμε στὴν τρικυμία
- Δὲν σταματοῦμε: Προσευχή, ἐξομολόγηση, Θεία Κοινωνία συνεχίζονται, καὶ ὅταν εἶναι «ξερές».
- Ἐλέγχουμε μὲ ἁπλότητα ἂν κάτι μᾶς βαραίνει: μιὰ κρυφὴ ἐπιθυμία, μιὰ ἀσυγχωρησία, μιὰ ὑπερηφάνεια. Τὰ λέμε στὸν πνευματικό.
- Λέμε τὴν προσευχὴ τοῦ Πέτρου: «Κύριε, σῶσόν με» (Ματθ. 14,30). Ἐκεῖνος ἁπλώνει ἀμέσως τὸ χέρι.
Ἡ θάλασσα ταράζεται, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα στὸ πλοῖο, ἀκόμη κι ὅταν μοιάζει νὰ κοιμᾶται.