«Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν», λέει ὁ Κύριος. Ἀλλὰ μᾶς διδάσκει καὶ τὸ «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Ὑπάρχει ἀντίφαση;
Δὲν ὑπάρχει ἀντίφαση, ἀλλὰ σειρά
Ὁ ἴδιος Κύριος ποὺ εἶπε «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. 7,7) μᾶς παρέδωσε καὶ τὴν προσευχὴ «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. 6,10). Τὰ δύο δὲν συγκρούονται. Τὸ πρῶτο μᾶς δείχνει τὴν ἀγάπη καὶ τὴ γενναιοδωρία τοῦ Πατέρα. Τὸ δεύτερο μᾶς δείχνει τὴ σωστὴ στάση τοῦ παιδιοῦ ποὺ ζητάει.
Ζητοῦμε ὡς παιδιά, ὄχι ὡς διεκδικητές “δικαιωμάτων”
Ὁ Κύριος ἐξηγεῖ ἀμέσως τί σημαίνει τὸ «αἰτεῖτε»: Κανένας πατέρας δὲν δίνει πέτρα στὸ παιδί του ὅταν τοῦ ζητάει ψωμί. «Πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν» (Ματθ. 7,11). Ἡ ὑπόσχεση λοιπὸν εἶναι ὅτι θὰ μᾶς δοθεῖ τὸ ἀγαθό, ὄχι ὁπωσδήποτε αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς φανταστήκαμε. Ὁ καλὸς πατέρας δὲν δίνει στὸ παιδὶ τὸ μαχαίρι ποὺ ζητάει, γιατὶ τὸ ἀγαπᾶ.
Δὲν ξέρουμε πάντα τί νὰ ζητήσουμε
«Τὸ γὰρ τί προσευξόμεθα καθὸ δεῖ οὐκ οἴδαμεν», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 8,26). Καὶ ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος: «αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε» (Ἰακ. 4,3). Τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» δὲν ἀκυρώνει τὸ αἴτημά μας. Τὸ καθαρίζει, ὥστε νὰ ζητοῦμε ἐκεῖνο ποὺ πράγματι μᾶς σώζει. Ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «ἐάν τι αἰτώμεθα κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ, ἀκούει ἡμῶν» (Α΄ Ἰω. 5,14).
Τὸ ὑπόδειγμα τῆς Γεθσημανῆ
Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἑνώνει τὰ δύο στὴν πιὸ δύσκολη ὥρα: «Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ» (Ματθ. 26,39). Ζητάει μὲ εἰλικρίνεια, μὲ πόνο ἀνθρώπινο, καὶ ταυτόχρονα παραδίδεται. Αὐτὸ εἶναι ἡ τέλεια προσευχή: Λέμε στὸν Θεὸ ὅλη μας τὴν καρδιὰ καὶ ἀφήνουμε σὲ Ἐκεῖνον τὴν τελευταία λέξη.
Μιὰ πατερικὴ συμβουλή
Ὁ ὅσιος Νεῖλος, στὸ «Περὶ προσευχῆς» τῆς Φιλοκαλίας, συμβουλεύει νὰ μὴν προσευχόμαστε νὰ γίνουν τὰ δικά μας θελήματα, γιατὶ δὲν συμφωνοῦν πάντα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ λέμε ὅπως διδαχθήκαμε: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου ἐν ἐμοί».
Τί κερδίζει ἡ ψυχή
Ὅποιος ζητάει κάτι πού θέλει ἡ ψυχή του καὶ ταυτόχρονα λέει «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» δὲν χάνει ποτέ. Ἂν ὁ Θεὸς δώσει αὐτὸ ποὺ ζήτησε, εὐχαριστεῖ. Ἂν δώσει κάτι ἄλλο, ἐμπιστεύεται ὅτι «οἶδε ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν» (Ματθ. 6,8). Ἔτσι ἡ προσευχὴ παύει νὰ εἶναι διαπραγμάτευση καὶ γίνεται σχέση ἐμπιστοσύνης. Καὶ τὸ μεγαλύτερο δῶρο ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος σὲ ὅσους ζητοῦν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός: «δώσει Πνεῦμα ἅγιον τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν» (Λουκ. 11,13).